Παρασκευή 11 Απριλίου 2014

Υλικοτεχνική υποδομή των σχολείων
59.
Υπάρχουν εντυπωσιακές διαφορές μεταξύ σχολείων σχετικά με την επάρκεια της κτιριακής τους υποδομής, την ποιότητά της, τη χαρακτηριστική της αρχιτεκτονική και το φυσικό περιβάλλον για την εκμάθηση και διδασκαλία. Διαφέρουν επίσης ως προς την ποιότητα του εξοπλισμού, τα εποπτικά μέσα και τη γενική συντήρηση.
60.
Ιδιαίτερα στις μεγαλουπόλεις, πολλά σχολεία λειτουργούν κάτω από απαράδεκτες συνθήκες, με δύο ή τρεις βάρδιες διδασκαλίας. Όλοι οι χώροι: εργαστήρια, αίθουσες καθηγητών, αποθήκες ακόμη και διάδρομοι έχουν διαρρυθμισθεί για να καλύψουν διδακτικές ανάγκες. Κανόνες υγιεινής και ασφαλείας δεν φαίνεται να λαμβάνονται υπόψη.
61.
Ένα πρόγραμμα εθνικής προτεραιότητας για τη βελτίωση των συνθηκών αυτών, με πόρους ειδικά διατιθεμένους για το σκοπό αυτό, χρειάζεται επειγόντως. Η ευθύνη για τη συντήρηση και τις επισκευές πρέπει να παραμείνει στα χέρια των τοπικών αρχών, αλλά οι πρωτοβουλίες και των σχολείων και των τοπικών αρχών ως προς την εξασφάλιση κάποιας βελτίωσης είναι απαραίτητο να προωθηθούν, τα δε εμπόδια νομικής και διοικητικής φύσεως θα πρέπει να ξεπεραστούν. Επιπροσθέτως, η χρήση των πόρων, που παρέχονται από συλλόγους γονέων και τοπικές επιχειρήσεις, πρέπει να ενθαρρύνεται. Το Υπουργείο επιβάλλεται να διαθέτει τα αντίστοιχα συμπληρωματικά κονδύλια για τέτοια έργα. Τέτοιου είδους ενέργειες θα ενθαρρύνουν την αίσθηση ευθύνης από πλευράς των τοπικών παραγόντων για τα δικά τους σχολεία και θα οδηγήσουν στην εμπέδωση ενός αισθήματος ιδιοκτησίας του οποίου η έλλειψη είναι προφανής.
Η διαμόρφωση των αναλυτικών προγραμμάτων
62.
Τα προγράμματα μαθημάτων θα πρέπει να συντάσσονται κατά τέτοιον τρόπο ώστε να λαμβάνονται υπόψη η ευρεία κλίμακα ικανοτήτων και ενδιαφερόντων των μαθητών, καθώς επίσης και οι τοπικές συνθήκες και ανάγκες. Οι δυνατότητες για ατομικές επιλογές ευρείας μορφής επιβάλλεται να συνοδεύονται και από την ατομική παροχή συμβουλών στον/στην μαθητή/τρια από τους καθηγητές/δασκάλους τους. Υπάρχει μια έμφαση στην κλασική παιδεία που ευνοεί τη θεωρία αντί της πράξης. Ο τρόπος διδασκαλίας δεν προετοιμάζει για την περαιτέρω εκμάθηση που συσχετίζεται με την πρακτική εξάσκηση. Η μεταρρύθμιση του προγράμματος μαθημάτων πρέπει να στοχεύει στο γεφύρωμα αυτών των χασμάτων και ιδιαίτερα εκείνου του χάσματος που υπάρχει μεταξύ απομνημόνευσης και βασικών ικανοτήτων. Η ικανότητα για ανάλυση και η κριτική σκέψη πρέπει να είναι προτεραιότητες, καθώς επίσης και η ικανότητα να παίρνει κανείς πρωτοβουλίες και να συνδυάζει τη θεωρία με την πράξη. Η ελεύθερη αγορά βιβλίων και η ελευθερία επιλογής μεταξύ εγκεκριμένων βιβλίων είναι οι απαραίτητες προϋποθέσεις ανάπτυξης των αναλυτικών προγραμμάτων.
63.
Το παρόν σύστημα εκπαίδευσης δίνει προτεραιότητα σε μη δημιουργικούς και μονόπλευρους τρόπους διδασκαλίας και εμποδίζει την πρωτοβουλία και τη δημιουργικότητα. Το σύστημα αυτό δεν θα αλλάξει απλώς και μόνο με την αλλαγή της πολιτικής που απαιτεί τη χρήση ενός και μόνο βιβλίου για την κάλυψη της διδασκόμενης ύλης. Απαιτούνται δύο τρόποι προσέγγισης ώστε να εξασφαλιστεί η ενέργεια της εκμάθησης. Πρώτον, τα σχολικά βιβλία θα πρέπει να μετατραπούν σε εγχειρίδια για το δάσκαλο που θα επιτρέπουν την ανάπτυξη της πρωτοβουλίας του. Υπάρχει μεγάλη εμπειρία σε τέτοιου είδους εγχειρίδια σε πολλές άλλες χώρες. Δεύτερον, η αρχική και συνεχιζόμενη κατάρτιση θα πρέπει να εξοικειώσει τους καθηγητές/δασκάλους με δημιουργικούς τρόπους προσέγγισης της διδασκαλίας. Το υψηλό ποσοστό μαθητών που εγκαταλείπουν το σχολείο στις λιγότερο πυκνοκατοικημένες περιοχές μπορεί να ελαττωθεί εάν το πρόγραμμα μαθημάτων προσανατολιστεί προς τις τοπικές ανάγκες και εάν στο ωρολόγιο πρόγραμμα ληφθεί υπόψη η αναγκαιότητα των μαθητών να συμμετέχουν στις επαγγελματικές οικογενειακές δραστηριότητες. Η χρήση της "εκπαίδευσης εξ αποστάσεως" θα ανακούφιζε τους μαθητές των απομακρυσμένων περιοχών από το βάρος που δημιουργεί η μετακίνηση όταν πρόκειται για μεγάλες αποστάσεις.
64.
Είναι απαραίτητη η ύπαρξη ενός ιδρύματος σε κεντρικό επίπεδο το οποίο θα κάνει εισηγήσεις και θα κατευθύνει τέτοιου είδους πρωτοβουλίες. Το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο θα μπορούσε να εκπληρώσει τον ρόλο αυτό εάν οι αρμοδιότητές του επαναπροσδιορίζονταν και αν η δομή του άλλαζε ριζικά. Η παρούσα ενασχόλησή του με τη συγγραφή βιβλίων θα πρέπει να μετατραπεί σε ευθύνη για τον προσδιορισμό των βασικών στόχων των προγραμμάτων. Η εργασία αυτή θα πρέπει να είναι στη διάθεση των καθηγητών/δασκάλων και να βοηθά για τη χάραξη κατευθυντηρίων αξόνων τόσο για τους συγγραφείς των βιβλίων όσο και για τους εκπαιδευτικούς.
Η εκπαίδευση και διαρκής επιμόρφωση καθηγητών/δασκάλων
65.
Οι δάσκαλοι δημοτικών σχολείων συνήθως καταρτίζονταν σε ακαδημίες διετούς φοίτησης αλλά τώρα ακολουθούν σπουδές τετραετούς φοίτησης. Επειδή πολλοί πρέπει να περιμένουν πάνω από δέκα χρόνια για το διορισμό τους (με το σύστημα της επετηρίδας), σχετικά ηλικιωμένοι δάσκαλοι, των οποίων η γνώση έχει καταστεί ξεπερασμένη, εισέρχονται στο διδακτικό σώμα. Τα ικανότατα νέα στελέχη έχουν συνήθως για πολύ καιρό απασχοληθεί σε διαφορετική εργασία. Η διαρκής επιμόρφωση παρέχεται σε μία μικρή μειοψηφία δασκάλων. Οι νέοι θεσμοί, ιδιαίτερα τα ΠΕΚ, θα αντιμετωπίσουν την τεράστια ανάγκη για επιμόρφωση μόνο εάν η δυνατότητά τους για παροχή επιμόρφωσης αυξηθεί κατά πολύ και οι δάσκαλοι πεισθούν να την αξιοποιήσουν. Τα σχολεία θα πρέπει να είναι σε θέση να αντικαθιστούν τους δασκάλους που επιμορφώνονται.
66.
Οι καθηγητές γυμνασίων και λυκείων έχουν αποκτήσει ελάχιστη διδακτική κατάρτιση. Πολλοί από αυτούς που υπηρετούν ήδη δεν έχουν καθόλου. Η ανάγκη για παιδαγωγική κατάρτιση και συνεχή επιμόρφωση είναι πολύ μεγάλη και επιτακτική δεδομένου ότι ο διορισμός γίνεται από την επετηρίδα μετά από μακρόχρονη αναμονή.
67.
Ένας εθνικός σχεδιασμός για διαρκή επιμόρφωση, θα μπορούσε να σχεδιαστεί και να γνωστοποιηθεί. Θα πρέπει να επιτρέπεται στους καθηγητές να επιλέγουν οι ίδιοι τα κέντρα στα οποία θα επιμορφώνονται. Οι επιμορφωτές των καθηγητών έχουν και οι ίδιοι ανάγκη από επιμόρφωση. Θα πρέπει να θεσπισθεί κάποια πολιτική για την επαγγελματική βελτίωση όλου του εκπαιδευτικού προσωπικού ιδιαίτερα εάν πραγματοποιηθούν μεταρρυθμίσεις στο πρόγραμμα, στην αξιολόγηση και στη διαχείριση.
68.
Ενα τέτοιο μέτρο, όμως, θα δημιουργήσει προβλήματα, εάν δεν συνοδεύεται από μια νέα εκπαιδευτική πολιτική που θα αφορά τον τρόπο πρόσληψης καθηγητών και τις διαδικασίες προαγωγών. Ιδιαίτερα, η επετηρίδα πρέπει να καταργηθεί, αλλά ορισμένα στοιχεία της πρέπει να παραμείνουν, όπως η προτεραιότητα λόγω ετών αναμονής που πρέπει να ισχύει ως ένας από τους πολλούς συντελεστές που θα λαμβάνονται υπόψη. Λαμβανομένου υπόψη του μεγάλου αριθμού των αναμενόντων διορισμό, η επετηρίδα επιβάλλεται να μειωθεί και να γίνονται διορισμοί με επιλεκτικά κριτήρια. Όσοι επιλεγούν θα πρέπει να αξιολογούνται για την προσωπική τους εργασιακή εμπειρία κατά το διάστημα της αναμονής του διορισμού τους και για τις προσπάθειές τους να αξιοποιούν τα προσόντα τους. Η εμπειρία από την εργασία εκτός σχολείου θα μπορούσε να αποτελέσει πλεονέκτημα στο χώρο της παιδείας.
69.
Τελικά, τα κριτήρια για την προαγωγή σε θέσεις διευθυντών χρειάζονται αναθεώρηση. Οι προτάσεις μας για μεγαλύτερη αυτονομία θα απαιτήσουν σημαντικά επαγγελματικά και διοικητικά προσόντα, και κατάλληλη επιμόρφωση. Η αρχαιότητα θα μπορεί να είναι και πάλι ένας από τους παράγοντες που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη.
Επαγγελματική και τεχνική εκπαίδευση
70.
Η οργάνωση της τεχνικής εκπαίδευσης είναι, όπως και σε άλλες χώρες, πολύπλοκη. Εκτός από το Υπουργείο Παιδείας, υπάρχουν και άλλα υπουργεία που οργανώνουν τα προγράμματά τους, όπως επίσης οι επιχειρήσεις και οι βιομηχανίες. Υπάρχει μεγάλη ανάγκη για καλύτερη πληροφόρηση και διορατικότητα σχετικά με την παροχή αυτών των υπηρεσιών. Το Υπουργείο Παιδείας, ο Οργανισμός Επαγγελματικής Εκπαίδευσης και Κατάρτισης (ΟΕΕΚ) και ο Οργανισμός Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (ΟΑΕΔ) πρέπει να εκπονήσουν μια εις βάθος μελέτη για όλη την κλίμακα αυτών των παροχών. Η Γενική Γραμματεία Λαϊκής Επιμόρφωσης (Γ.Γ.Λ.Ε.) θα πρέπει επίσης να συμμετέχει σ’αυτή την μελέτη. Θα πρέπει ιδιαίτερα να ερευνηθεί:
α. Η συνάφεια των υπαρχόντων προγραμμάτων σπουδών για τις ανάγκες της αγοράς εργασίας. Ο ρόλος της Β/θμιας επαγγελματικής εκπαίδευσης χρειάζεται να αποσαφηνισθεί, καθώς και οι αλληλοεξαρτήσεις των λυκείων, γενικών πολυκλαδικών και τεχνικών, και των ΙΕΚ.
β. H αλληλοεξάρτηση της αρχικής εκπαίδευσης και της επιμόρφωσης μέσα στην επιχείρηση ή υπηρεσία (συνεχιζόμενη κατάρτιση).
γ. Η αλληλοεξάρτηση των σχολικών και των εξωσχολικών προγραμμάτων.
71.
Η επιλογή σπουδαστών για επαγγελματικά και τεχνικά προγράμματα βασιζεται ως επί το πλείστον, σε αρνητικά και άσχετα κριτήρια. Αυτό δεν λειτουργεί ως κίνητρο και δεν προσελκύει τους περισσότερο ικανούς μαθητές να φοιτήσουν σ’αυτά τα προγράμματα. Προτάσεις που πρέπει να ερευνηθούν είναι:
α. Η επανεξέταση των αναλυτικών προγραμμάτων που οδηγούν σε αυτές τις σπουδές και συγκεκριμένα μαθήματα.
β. Η εισαγωγή τεχνολογίας στα γενικά λύκεια.
γ. Η ποιότητα των μαθημάτων πληροφορικής και τεχνολογίας πρέπει να βελτιωθεί.
δ. Η καθοδήγηση ή προσανατολισμός και η πληροφόρηση των μαθητών γυμνασίου πρέπει να εστιάζεται στις εκπαιδευτικές και επαγγελματικές προοπτικές τεχνικο-επαγγελματικής εκπαίδευσης.
ε. Η δυνατότητα παροχής υπεύθυνων και εγγυημένων συμβουλών στους μαθητές γυμνασίου και λυκείου για την εισαγωγή τους σε προγράμματα τεχνικής και επαγγελματικής εκπαίδευσης πρέπει να μελετηθεί.
72.
Προγράμματα επαγγελματικής κατάρτισης σχεδιασμένα υπό την επίβλεψη του ΟΑΕΔ φαίνονται να ανταποκρίνονται επαρκώς στις απαιτήσεις της αγοράς εργασίας και αναδεικνύουν τη συνεργασία μεταξύ των ανάλογων φορέων και συνεταίρων που σχετίζονται με την επαγγελματική κατάρτιση. Η προσπάθειά τους να οργανώθεί μια ενιαία προσέγγιση ανάμεσα στις εμπλεκόμενες κεντρικές διευθύνσεις, (π.χ. τα Υπουργεία Παιδείας και Εργασίας) καθώς και η προσπάθειά της παροχής ενός ολοκληρωμένου συστήματος για την επαγγελματική εκπαίδευση πρέπει να ενθαρρυνθεί.
Εκπαίδευση Ενηλίκων
73.
Προς το παρόν δεν υπάρχει σαφής πολιτική στην εκπαίδευση ενηλίκων αν και, από πολλές απόψεις, αυτή είναι ένα πεδίο που θα μπορούσε να καλύψει τις μεγαλύτερες ανάγκες της χώρας. Πολλά άτομα που ήδη βρίσκονται στην αγορά εργασίας είχαν ολοκληρώσει τις φάσεις του εκπαιδευτικού συστήματος προτού αναφανούν οι νέες δυνατότητες και είναι πιθανόν τα εφόδιά τους να είναι περιορισμένα για να αντιμετωπίσουν τις ευκαιρίες και τα προβλήματα που οφείλονται στην ανάπτυξη νέων μορφών απασχόλησης και την είσοδο της Ελλάδας στην Ευρώπη. Ούτε η γενική λυκειακή εκπαίδευση, ούτε τα πανεπιστήμια θέτουν ως στόχο τους να προετοιμάσουν τους μαθητές τους για απασχόληση και αυτοί που αναμένουν στη σειρά για την πρόσληψή τους στο δημόσιο θα μπορούσαν επίσης να ωφεληθούν από την προσφορά περιοδικής επανεκπαίδευσης. Τα προγράμματα ενός Ανοιχτού Πανεπιστημίου και άλλων μορφών εξ αποστάσεως διδασκαλίας θα συμβάλουν στην κάλυψη αυτών των κενών.
Ιδιωτικά σχολεία
74.
Τα ιδιωτικά σχολεία ίσως προσελκύουν κάποιες από τις πιο απαιτητικές οικογένειες και εκτρέπουν την υποστήριξη και το ρεύμα προς τα δημόσια σχολεία. Εχουν όμως το πλεονέκτημα πως μπορούν να καινοτομούν και να παρέχουν, μετά το τέλος των μαθημάτων, φροντίδα που δεν παρέχει το δημόσιο σχολείο. Μέχρις ότου τα δημόσια σχολεία μπορούν να αντιμετωπίσουν το σύνολο των αιτημάτων που τους τίθεται, η ιδιωτική εκπαίδευση μπορεί τουλάχιστον να παρέχει παραδείγματα καλής πρακτικής, χρήσιμα στην άσκηση, επιμόρφωση και διαρκή κατάρτιση καθηγητών/δασκάλων.
Αλλαγές σε εθνικό επίπεδο
75.
Η ελληνική εκπαίδευση χρειάζεται αποτελεσματική κεντρική καθοδήγηση, αλλά χρειάζονται αλλαγές επίσης στο ρόλο της κεντρικής διοίκησης που κρίνεται ευρέως, ως αυθαίρετη, υπαγορευτική και θολή στη λειτουργία της, καθώς και στερημένη ορθολογικών και διαφανών διαδικασιών σχεδιασμού. 76. Αμφότερες οι λειτουργίες της και η λειτουργικότητά της χρειάζονται επιτακτική ανάλυση και μεταρρύθμιση. Οι επικρίσεις κατά των Κεντρικών Υπηρεσιών περιλαμβάνουν:
-
Έλλειψη σύνδεσης ανάμεσα στην πολιτική και στις δραστηριότητες των διαφόρων κεντρικών υπηρεσιών.
-
Τα Υπουργεία των Οικονομικών, Εθνικής Οικονομίας, Εσωτερικών και Παιδείας εμπλέκονται το καθένα με διαφορετικές οικονομικές παροχές που ρέουν μέσω περιφερειών και κοινοτήτων με ασυνάρτητο τρόπο.
-
Δεν υπάρχει ορθολογικός σχεδιασμός να συνδέει το ύψος των πόρων και τις κατανομές τους με υπολογισμό των οικονομικών αναγκών ή της κοινωνικής ζήτησης.
-
Τα ιδρύματα είναι εμπλεγμένα σε στρεψόδικες γραφειοκρατικές διαδικασίες.
-
Το σύστημα εξυπηρετεί απαρχαιωμένες συνταγματικές διατάξεις, που στηρίζονται από δικαστήρια τα οποία ενισχύουν την δύναμη του κράτους σε βάρος των ατομικών δικαιωμάτων ή των απόψεων των επαγγελματιών στην εκπαίδευση.
77.
Ακόμη και αν δεχθούμε μια σχετική υπερβολή και μια αποδοχή των ατελειών των κεντρικών υπηρεσιών ως ένα άλλοθι για κάποια αδράνεια σε εργασιακά επίπεδα, απαιτείται, ωστόσο μια λεπτομερής ανάλυση του ρόλου και της λειτουργικότητας της κεντρικής εξουσίας. Οι επικριτές δεν απαιτούν την αποδυνάμωση του Υπουργείου αλλά επισημαίνουν την ανάγκη μετατροπής του σε μια κεντρική διοίκηση που ενεργεί αντανακλαστικά στις εθνικές ανάγκες και οδηγεί το σύστημα σε δημιουργικές εκπαιδευτικές πολιτικές και πρακτικές. Οι παρούσες λειτουργίες του πρέπει να είναι τόσο πληκτικές σε εκείνους που την εκτελούν, όσο και παρεμποδιστικές ως προς αυτούς που αφορούν.
78.
Η κυβέρνηση έχει αρμοδιότητες ελέγχου και σχεδιασμού που είναι αναπόφευκτες αλλά εκτός αυτών, πρέπει επίσης να έχει και λειτουργίες και στόχους που υλοποιούνται μέσω διαπραγματεύσεων, προγραμματικών συμφωνιών και αρωγής που θα υποστηρίζει αντί να καθοδηγεί. Επιβάλλεται να λειτουργεί μέσω πολλών και διαφόρων ειδών μηχανισμών όπως: νόμοι, οικονομικές πιστώσεις, χάραξη πολιτικής και πειθώ.
79.
Η αποκέντρωση και η απελευθέρωση απο κανονιστικά μέτρα δεν σημαίνουν ότι το σύστημα μπορεί να προχωρήσει χωρίς την λήψη κεντρικών αποφάσεων. Το πλαίσιο μιας εκπαιδευτικής πολιτικής επιβάλλεται να είναι εθνικά προσδιορισμένο, εφόσον η παιδεία πρέπει να συμφωνεί με την οικονομική και κοινωνική πολιτική. Όμως, οι σωστές επιλογές, ως προς αυτή, γίνονται καλύτερα στο επίπεδο όπου η έμπειρη γνώμη συναντά τα προβλήματα της πράξης.
80.
Οι δραστηριότητες, μπορούν να κατευθύνονται από έναν σχεδιασμό με γενικούς στόχους. Στόχος του Υπουργείου πρέπει να είναι η καθοδήγηση των τοπικών αρχών και των ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης δια μέσου ετησίων διαπραγματεύσεων, ή προγραμματικών συμφωνιών, κατά την διάρκεια των οποίων, όλες οι πλευρές δεσμεύονται να τηρήσουν τις αρχές όπως αυτές έχουν περιγραφεί στο σχεδιασμό εθνικής ανάπτυξης που έχει διαμορφώσει η Κυβέρνηση. Χρησιμοποιώντας την τακτική των διαπραγματεύσεων και προγραμματικών συμφωνιών στην εκπόνηση της πολιτικής και των στόχων, το Υπουργείο θα είναι σε θέση να ακροαστεί τις ανάγκες και να αποδεχθεί και αξιοποιήσει την κριτική για την εκπαιδευτική του πολιτική από τα ιδρύματα στα οποία στηρίζεται τόσο πολύ το μέλλον της Ελλάδας.
81.
Το Υπουργείο είναι υπεύθυνο για τη στρατηγική καθοδήγηση του συστήματος, αλλά χρειάζεται προσωπικό Σχεδιασμού και Προγραμματισμού που θα είχε την δυνατότητα να αναλύει τις ανάγκες και να θέτει σε κίνηση μια διαδικασία πλήρους σχεδιασμού, που θα μπορούσε να διαφοροποιήσει τους τρόπους λειτουργίας του ίδιου του Υπουργείου με διάφορες μεθόδους. Θα μπορούσε ακόμα να αναθέσει στο Εθνικό Συμβούλιο Παιδείας ένα μεγάλο μέρος του σχεδιασμού, με το απαραίτητο προσωπικό. Θα μπορούσε επίσης το Υπουργείο να χρησιμοποιεί έναν ανεξάρτητο και ξεχωριστό φορέα για παροχή συμβουλών στα εκπαιδευτικά ιδρύματα ως προς τις μεθόδους αξιολόγησής τους, όπως έχουμε ήδη προτείνει- να ενθαρρύνει την ανάλυση της εκπαιδευτικής πολιτικής από εξωτερικά ινστιτούτα- να δημιουργήσει ένα περιεκτικό πρόγραμμα έρευνας- και τέλος να ενισχύσει αρκετά την δική του τράπεζα πληροφοριών. Το Υπουργείο θα ενίσχυε, με αυτούς τους τρόπους, το δικό του ικανό ρόλο.
82.
Τέτοιου είδους προαναφερόμενες σχέσεις, στην καλύτερη περίπτωση, θα δοκιμασθούν και θα βελτιωθούν δια μέσου μιας διαδικασίας αμοιβαίας εκμάθησης και προσαρμογής. Οι διαδικασίες και στόχοι που θα προέκυπταν θα ήσαν οι εξής:
-
η εκτίμηση των οικονομικών και κοινωνικών αναγκών για διάφορες μορφές εκπαίδευσης
-
η διαπίστωση ως προς τους πόρους και τις θεσμικές δομές που είναι απαραίτητοι για την κάλυψη των αναγκών
-
η διαδικασία διαπραγματεύσεων και διαμόρφωσης συμφωνιών με πολιτικούς και άλλους φορείς και παράγοντες που εκφράζουν τομείς συμφερόντων στον χώρο της παιδείας ώστε να υπάρξει ένα ορθολογικό σχέδιο για την υιοθέτηση κατάλληλων πολιτικών. Ένα καλά στελεχωμένο και πλήρως εξουσιοδοτημένο Εθνικό Συμβούλιο Παιδείας θα μπορούσε να παίξει ένα ρόλο ζωτικής σημασίας στην περίπτωση αυτή.
-
κατανομή πόρων ώστε να επιτευχθεί με τον καλύτερο τρόπο μια πολιτική που θα βασίζεται σε μια ανάλυση των αναγκών.
-
διασφάλιση ότι το εκπαιδευτικό σύστημα αξιολογείται με αυστηρά κριτήρια για την εξασφάλιση υπευθυνότητας και καινοτομίας.
Η στρατηγική αλλαγής
83.
Η αλλαγή δεν είναι ποτέ εύκολο να επιτευχθεί συστηματικά επειδή η "αδράνεια είναι η μεγαλύτερη δύναμη στον κόσμο". Αλλά ο καιρός είναι κατάλληλος για αλλαγή στην Ελλάδα, κανέναν δεν έχουμε συναντήσει που να μην είναι βέβαιος για την αναγκαιότητα της αλλαγής.
84.
Τα συστατικά μιας στρατηγικής μεταρρυθμίσεων περιλαμβάνουν τη δημιουργία ενός ανάλογου ψυχολογικού κλίματος και κουλτούρας, τον εντοπισμό νέων στόχων και αντικειμενικών σκοπών την αλλαγή δομών και διαδικασιών, ακόμα και εκείνων που είναι κατοχυρωμένες σε νόμους, καθώς και τις δομές εξουσίας που εξαρτώνται από αυτές, την κατανομή πόρων για την υλοποίηση των νέων στόχων δίνοντας πάντα προσοχή στις απαιτήσεις διαφορετικών συμφερόντων που διατυπώνονται μέσω πολιτικών και άλλων διαύλων. Πραγματοποιώντας μια μεταρρύθμιση με έναν από αυτούς τους τρόπους συνήθως απαιτείται αλλαγή σ’ένα τουλάχιστον άλλο πεδίο. Διαπιστώσεις πρέπει να γίνουν για το εάν τέτοιες αλλαγές πρέπει να πραγματοποιηθούν κλιμακωτά ή αν μια επίδειξη αποφασιστικότητας, μέσω μιας ευρείας κλίμακας αλλαγών, πρέπει να αποφασισθεί. Αλλά αυτές πρέπει να γίνουν με σωστή προετοιμασία και μελέτη χωρίς οι διδάσκοντες και τα εκπαιδευτικά ιδρύματα να εγκαταλείψουν το έργο που ήδη άρχισαν ως αποτέλεσμα των προγενέστερων μεταρρυθμίσεων. Αν είναι εφικτό η μεταρρύθμιση που θα επιχειρηθεί πρέπει να διασφαλίζει ότι όσο γίνεται λιγότεροι θα χάσουν ενώ σαφώς θα βγεί κερδισμένη η χώρα ολόκληρη. Ακόμη και αν τα πάντα δεν μπορούν να γίνουν αμέσως, είναι απαραίτητο να έχουμε ένα πλήρες σχεδιάγραμμα μεταρρυθμίσεων από την αρχή.
85.
Μια στρατηγική για αλλαγή είναι απαραίτητη και πρέπει να περιλάβει:
-
τη δημιουργία εμπείρων και καλά εξουσιοδοτημένων (task forces) ομάδων εργασίας για να αναλύσουν τα βασικά προβλήματα και τις ενδεχόμενες λύσεις όπως, ίσως συμπεριλήφθηκαν και στην αναφορά των εμπειρογνωμόνων.
-
τη συμφωνία για τις αναλύσεις με τις κύριες ομάδες και συμφέροντα του εκπαιδευτικού συστήματος.
-
την εγκαθίδρυση πειραματικών σχημάτων και προγραμμάτων πλήρους μεταβίβασης των κέντρων αποφάσεων στην ομάδα βάσης (σχολική μονάδα, πανεπιστήμιο, κλπ).
-
τη μακροπρόθεσμη προσπάθεια για την αλλαγή του Συντάγματος όπου αυτό εμποδίζει τις απαιτούμενες αλλαγές.
-
προβολή της αξίωσης για νέους πόρους, αποδεσμεύοντας παράλληλα και τους προηγούμενους χρηματικούς πόρους με την εκμηδένιση της σπατάλης για περιττούς διακανονισμούς και για πρόσβαση σε παροχές που δεν είναι απαραίτητα στους εκπαιδευτικούς σκοπούς
-
εκμετάλλευση των ιδιωτικών πόρων επιτρέποντας ελεγχόμενο χρηματικό συμπλήρωμα των δημόσιων παροχών για την τριτοβάθμια εκπαίδευση και κινητοποιώντας την οικογενειακή υποστήριξη για τα δημόσια σχολεία.
86.
Τα αποτελέσματα αυτών των αλλαγών θα ήταν ίσως:
α. Ένας νέος τύπος δημοκρατίας και ισότητας προωθώντας την εξατομίκευσή της, εντός των εθνικών και κοινωνικών στόχων.
β. Απαλλαγή από τις νομικές και τις γραφειοκρατικές διατάξεις, με στόχο τη δημιουργία πλαισίων ελέγχου και αυτονομίας βασισμένων σε αναλύσεις για τις λειτουργικές ανάγκες.
γ. Συγκεκριμένες ελευθερίες και ευθύνες των διδασκόντων και των μαθητών/φοιτητών σ’ ολόκληρο το σύστημα. Θα μπορούσαν να καταγραφούν ίσως καταστατικοί χάρτες που θα τις ενσωματώνουν.
δ. Μέσω αξιολόγησης η αυξανόμενη γνώση σχετικά με τα αποτελέσματα και τις διαδικασίες του εκπαιδευτικού συστήματος. Αυτό μπορεί να εξασφαλίσει αφ’ ενός την υπευθυνότητα και αφ’ετέρου την επαγγελματική βελτίωση, ανάπτυξη και εξέλιξη μέσω της ανατροφοδότησης (feedback) των αποτελεσμάτων αυτών.
ε. Διαφανή σκεπτικά για τις κατανομές πόρων και τη λήψη αποφάσεων.
στ. Πλάθοντας έναν νέας αντίληψης επαγγελματισμό που έχει ως βασικό στόχο να ανταποκρίνεται στις ανάγκες των μαθητών, φοιτητών και γονέων. Ο νέος επαγγελματισμός θα ενεργεί μέσα σε ένα πλαίσιο αυξημένων ελευθεριών με στόχο την ενδυνάμωση και εμψύχωση των βασικών πρωταγωνιστών της εκπαιδευτικής διαδικασίας.
ζ. Έρευνα σε καίρια εκπαιδευτικά ζητήματα για την καταγραφή των τόσο αναγκαίων στοιχείων και της εποικοδομητικής κριτικής. Δεν υπάρχουν μελέτες της πορείας "συγκεκριμένων επιλεγμένων ομάδων μαθητών/σπουδαστών" (cohort studies) για να καταστήσουν δυνατές τις αξιόλογες βελτιώσεις που ενδείκνυνται σε κάποια χρονικά διαστήματα και τέτοιες μελέτες πρέπει να προβλεφθούν.
η. Ευρύτερη διασπορά της αλλαγής καθώς και πιλοτικών προγραμμάτων. Όπου είναι εφικτό οι αλλαγές θα πρέπει να πραγματοποιηθούν,περισσότερο με πείραμα παρά μέσω αλλαγών του νόμου.
θ. Οι οικονομικές μεταρρυθμίσεις θα μπορούσαν να συμπεριλάβουν : τη θέσπιση καταβολής μικρών ποσών για την τριτοβάθμια εκπαίδευση καθώς και αναγνώριση και ρύθμιση της ιδιωτικής τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Αυτά θα διασφαλίζουν την επιστροφή αρκετών φοιτητών που φοιτούν στο εξωτερικό.
87.
Τα όργανα αλλαγής μπορούν να συμπεριλαμβάνουν:
α. στο Εθνικό Συμβούλιο Παιδείας να δοθούν ουσιαστικές αρμοδιότητες για τη μελέτη σχεδίων και για τον απολογισμό των μεταρρυθμίσεων. Γι’ αυτούς τους σκοπούς θα χρειάζεται ένα αρμόδιο/ικανό επιτελείο από επαγγελματικό προσωπικό.
β. κέντρα αξιολόγησης και ένα αναδομημένο Παιδαγωγικό Ινστιτούτο για την ανάπτυξη εκπαιδευτικών προγραμμάτων και τη βελτίωση των μεθόδων αξιολόγησης των μαθητών.
γ. ο καθορισμός των λειτουργιών ενός μεταρρυθμισμένου και αναζωογονημένου Υπουργείου, της τοπικής αυτοδιοίκησης και των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων με όρους που ενθαρρύνουν την αλλαγή και την ανάπτυξη. Εντός του Υπουργείου, ο Υπουργός θα βοηθείται από μια τακτική ομάδα εργασίας (task force) που θα αποσαφηνίζει και θα κατευθύνει το πρόγραμμα μεταρρύθμισης. Αυτή η ομάδα θα πρέπει να βρίσκεται υπό την εποπτεία της πολιτικής ηγεσίας αλλά παράλληλα θα πρέπει να έχει ένα πλήρες επιτελείο από τους απαραίτητους εμπειρογνώμονες και δεν θα πρέπει να θεωρείται ως πολιτικά εφήμερη ώστε να αντικαθίσταται με κάθε αλλαγή υπουργού.
Καταληκτική παράγραφος
88.
Εκθέσαμε πλατιές και δραστικές διαπιστώσεις και προτάσεις, επειδή γνωρίζουμε ότι ο Υπουργός και οι άλλοι υπεύθυνοι για την εκπαίδευση σε όλα τα επίπεδα συμμερίζονται τη γνώμη μας ότι η ριζική αλλαγή είναι απαραίτητη. Δεν νομίζουμε ότι υπάρχουν αξεπέραστα προβλήματα στη δομή της ελληνικής εκπαίδευσης, αλλά υπάρχουν προβλήματα στη διάρθρωσή της και στην αξιοποίηση της ποιότητας που καλύπτεται από τις διάφορες μορφές της εκπαιδευτικής διοίκησης και απαιτήσεων αυτής. Επικροτούμε την αποφασιστικότητα για την αντιμετώπιση και τη βούληση για πράξη σε ό,τι αφορά τα εκπαιδευτικά θέματα. Τα ερωτήματα που τέθηκαν στην παράγραφο 5 αναμένουν απάντηση. Η ποιότητα των ανθρώπων και της κοινωνίας παραμένουν τα τελικά κριτήρια για την εκπαιδευτική δράση.


Κείμενο του 1995 που προέρχεται από τον Web Server του ΥΠΕΠΘ.

Παρασκευή 20 Δεκεμβρίου 2013

Η ντροπή των Ελληνικών σχολείων

Η Ελένη αγόρασε ένα καινούργιο ποδήλατο που έχει ταχύμετρο στο τιμόνι. Το ταχύμετρο έχει ένδειξη για την απόσταση αλλά και για την μέση ταχύτητα κάθε βόλτας. Σε μια βόλτα έκανε πρώτα 4 χιλιόμετρα σε 10 λεπτά και μετά έκανε 2 χιλιόμετρα σε 5 λεπτά.

Α. Η μέση ταχύτητα ήταν μεγαλύτερη στα πρώτα 10 λεπτά της βόλτας
Β. Η μέση ταχύτητα ήταν η ίδια και στα πρώτα 10 λεπτά και στα δεύτερα 5 λεπτά της βόλτας
Γ. Η μέση ταχύτητα ήταν μικρότερη στα πρώτα 10 λεπτά από τα επόμενα 5 λεπτά της βόλτας
Δ. Δεν υπάρχει τρόπος να απαντήσουμε με τα δεδομένα που έχουν δοθεί.
Αυτή την ερώτηση την απάντησαν λάθος 36 στους 100 μαθητές ελληνικών σχολείων (Σωστή απάντηση το Β). Ο μέσος όρος λάθους στις χώρες του ΟΟΣΑ ήταν 23%, ενώ, για παράδειγμα στην Πολωνία ήταν 14% και την Ιρλανδία 17%.

Αυτά και άλλα πολλά είναι καταγεγραμμένα στην έκθεση του ΟΟΣΑ για την παιδεία, γνωστή και ως έκθεση PISA. Η έρευνα γίνεται από το 2000 και σκοπό έχει να χαρτογραφήσει το επίπεδο της παιδείας στις χώρες μέλη του ΟΟΣΑ αλλά και σε 30 περίπου ακόμα μη μέλη (όπως η Κίνα).
Εξετάστηκαν στα Μαθηματικά, την Ανάγνωση/κατανόηση κειμένου και στις Επιστήμες. Η έμφαση όμως δόθηκε στα Μαθηματικά. Ηλικιακά τα παιδιά της έρευνας είναι μεταξύ 15 και 16 δηλαδή Α' Λυκείου, λίγο πριν μπουν στον Προκρούστη των πανελλαδικών.

Η διεθνής έρευνα, έχει δείξει πως οι μαθητές με άριστο επίπεδο μαθηματικής γνώσης, ανάγνωσης και επιστημονικών γνώσεων, έχουν δύο φορές μεγαλύτερες πιθανότητες να βρουν εργασία, τρεις φορές μεγαλύτερες πιθανότητες να αμείβονται καλύτερα, δυο φορές μεγαλύτερες πιθανότητες να έχουν καλή υγεία, να είναι ενεργά μέλη της κοινωνίας να έχουν σχέσεις εμπιστοσύνης και να προσφέρουν εθελοντική εργασία για το κοινό καλό. Πράγματα που σίγουρα λείπουν από την κοινωνίας μας.

Η διαφορά από το μέσο όρο ισοδυναμεί με ένα ολόκληρο σχολικό έτος. Με άλλα λόγια το Ελληνικό σχολείο έχει μείνει στην ίδια τάξη σε σχέση με τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ.
Αν δε, θέλουμε να συγκριθούμε με τις καλές χώρες τότε υπολειπόμαστε 3 ολόκληρα χρόνια σχολείου. Αν ήταν ποδοσφαιρικό πρωτάθλημα θα είμαστε στην ζώνη υποβιβασμού λίγο πάνω από την Τουρκία την Χιλή και το Μεξικό. Όσο αφορά την Ανάγνωση και τις Επιστήμες είμαστε στην ίδια περίπου θέση.

Όμως το άκρως ανησυχητικό δεν είναι μόνο η θέση μας και η διαφορά από το μέσο όρο αλλά και η κατανομή στα διάφορα επίπεδα.
 Υπάρχει ο μύθος πως οι καλοί πετυχαίνουν παντού ανεξαρτήτως σχολείου. Μια ματιά στην έκθεση PISA, είναι διαφωτιστική. Μόνο το 3.9% των μαθητών στην Ελλάδα βρίσκεται στην κατηγορία των «καλών» μαθητών. Ο μέσος όρος στον ΟΟΣΑ είναι 12.5% ενώ μερικές χώρες όπως η Κορέα είχαν 31%.
Αντίστοιχα ο αριθμός των «κακών» μαθητών στην Ελλάδα είναι 35% ενώ ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ είναι 23%. Σε χώρες όπως η Πολωνία είναι 24% ενώ στην Κορέα μόλις το 9%.
Η κατάσταση είναι ακόμα χειρότερη για τα παιδιά μεταναστών πρώτης και δεύτερης γενιάς (10% του συνόλου), όπου 6 στους 10 μαθητές είναι στην τελευταία βαθμίδα. Η διαφορά στην βαθμολογία δε, είναι μισός έως και ένας ολόκληρος σχολικός χρόνος.

Το συμπέρασμα για το Ελληνικό σχολικό σύστημα είναι τραγικό. Όχι μόνο δεν αναδεικνύει τα προσόντα των παιδιών αλλά παράγει και περισσότερους αμαθείς.

Πως όμως εξηγείται η πραγματικά κάκιστη θέση στην οποία βρίσκονται οι μαθητές των Ελληνικών σχολείων. Πολλοί θα προστρέξουν να κατηγορήσουν την οικονομική κρίση και την έλλειψη πόρων για την παιδεία.
Η πραγματικότητα είναι όμως διαφορετική. Η έκθεση του ΟΟΣΑ τονίζει πως δεν υπάρχει ισχυρός συσχετισμός μεταξύ οικονομικής ισχύος και καλής απόδοσης. Για παράδειγμα στην Ελλάδα μόνο το 15% της διαφοράς εξηγείται με βάση τα κοινωνικο-οικονομικά κριτήρια.
Επίσης η Ελλάδα βρίσκεται περίπου στην ίδια θέση από το 2000 που άρχισε η έρευνα. Μάλιστα τα τελευταία 3 χρόνια ανεβήκαμε σε βαθμολογία αλλά όχι τόσο πολύ ώστε να ανεβούμε στην γενική κατάταξη.
Αν δεν είναι λοιπόν η οικονομία και το κοινωνικό υπόβαθρο μήπως δεν επαρκούν οι ώρες διδασκαλίας στα Ελληνικά σχολεία, μήπως δεν υπάρχει η κατάλληλη υλικοτεχνική υποδομή;
Και εδώ όμως η έρευνα δίνει απάντηση.
Στο Ελληνικό σχολείο διδάσκονται 812 ώρες μαθηματικών που αντιστοιχούν στον μέσο όρο του ΟΟΣΑ.
Περίπου 94% των καθηγητών έχουν πανεπιστημιακή μόρφωση πάνω από το μέσο όρο του ΟΟΣΑ που είναι 88%.
Έχουμε επίσης πολύ περισσότερους καθηγητές από σχεδόν όλες τις χώρες του ΟΟΣΑ. Για κάθε 9 μαθητές αντιστοιχεί ένας καθηγητής, ενώ στον ΟΟΣΑ ο μέσος όρος είναι 14 μαθητές ανά καθηγητή.
Έτσι έχουμε το φαινόμενο οι καθηγητές στην Ελλάδα να διδάσκουν 200 περίπου ώρες λιγότερες από το μέσο όρο (589 έναντι 782). Παράλληλα αμείβονται και λιγότερα χρήματα, μόλις το 80% του κατά κεφαλήν εισοδήματος.

Επίσης δεν μπορούμε να πούμε πως οι γονείς δείχνουν έλλειψη ενδιαφέροντος για τα πρόοδο των παιδιών τους. Οι γονείς στην Ελλάδα αγωνιούν και φαίνεται ξεκάθαρα στα νούμερα.
Πάνω από τους μισούς γονείς με δική τους πρωτοβουλία συζήτησε την πρόοδο του παιδιών. Δεν είναι το ίδιο όμως και για τους καθηγητές. Το 39% των καθηγητών πήρε την πρωτοβουλία να συζητήσει την πρόοδο μαθητών ενώ ο μέσος όρος στον ΟΟΣΑ είναι 47%.

Το Ελληνικό σπιτικό έχει τα μισά περίπου βιβλία από το μέσο όρο του ΟΟΣΑ. Υπάρχει ακόμα διαφορά μεταξύ αγοριών και κοριτσιών με τα κορίτσια να σκοράρουν χαμηλότερα στα μαθηματικά. Οι μαθητές που έρχονται από μη προνομιούχες κοινωνικές ή οικονομικές ομάδες δεν σπάνε εύκολα το φαύλο κύκλο. Στην Ελλάδα μόνο το 3.2% έναντι 6.5% στον ΟΟΣΑ προοδεύουν παρά τις κοινωνικές και οικονομικές αντιξοότητες.

Είναι ξεκάθαρο πως οι μαθητές των Ελληνικών σχολείων είναι σε μειονεκτική θέση λόγω σχολικού συστήματος. Δεν είναι ανεπίδεκτοι μαθήσεως, αλλά θύματα ενός συστήματος που μέχρι τα 15-16 τα αγνοεί και μετά τα βάζει στις προκρούστειες πανελλαδικές με μόνο σκοπό την εισαγωγή στο πανεπιστήμιο και όχι την κριτική σκέψη, γνώση ή την παραγωγή άξιων πολιτών.

Οι λύσεις για να αναβαθμιστεί το ελληνικό σχολείο είναι απλές και συνοψίζονται στις λέξεις, αυτονομία, λογοδοσία και ανταγωνισμός και αξιολόγηση. Και εδώ η έκθεση του ΟΟΣΑ είναι καταπέλτης. Τα Ελληνικά σχολεία βρίσκονται στην τελευταία θέση όχι μόνο του ΟΟΣΑ αλλά και όλων των άλλων χωρών που εξετάστηκαν.
Είμαστε στην 65η επιλέξει την διδακτέα ύλη και σε ανάλογες θέσεις όσον αφορά την έλλειψη αυτονομίας στην λογοδοσία και στην αξιολόγηση.
Στις περισσότερες χώρες τα αποτελέσματα αυτής της έρευνας ήταν αντικείμενο μεγάλου ενδιαφέροντος και συζήτησης γιατί αφορά το μέλλον της χώρας. Στην Ελλάδα με λίγες εξαιρέσεις πέρασε απαρατήρητη.
 Κανένας πολιτικός δεν νοιάστηκε για την πραγματική κατάντια του σχολικού συστήματος παιδείας.
Κανένας υπεύθυνος δεν ένιωσε την ανάγκη να απολογηθεί για τα απογοητευτικά αποτελέσματα και συμπεράσματα.

Το Ελληνικό σχολικό σύστημα καταστρέφει συστηματικά το μέλλον των παιδιών σε μια κοινωνία, που δεν νοιάζεται για το μέλλον της. Η έκθεση του ΟΟΣΑ δείχνει πως η κρίση, δεν άρχισε το 2010 αλλά είναι πολύ βαθύτερη και είναι και πολιτισμική και κρίση παιδείας. Τα παιδιά δεν έχουν διαβάσει την έκθεση του ΟΟΣΑ αλλά βιώνουν καθημερινά τις επιπτώσεις και βλέπουν πως το μέλλον τους είναι σκοτεινό και αντιδρούν άκομψα.

Αν θέλουμε να έχει μέλλον αυτός ο τόπος πρέπει να αρχίσουμε τις διαρθρωτικές αλλαγές άμεσα στην παιδεία. Η έκθεση του ΟΟΣΑ είναι ξεκάθαρη, δεν λείπουν ούτε τα χρήματα ούτε η υλικοτεχνική υποδομή. Αξιολόγηση, αυτονομία, λογοδοσία λείπει.

Τελειώνοντας σας αφήνω με την ερώτηση στην οποία οι 6 στους 10 μαθητές των Ελληνικών σχολείων έκαναν λάθος.
Ο Χρήστος μόλις πήρε το δίπλωμα οδήγησης και θέλει να αγοράσει αυτοκίνητο. Ο παρακάτω πίνακας δείχνει τις επιλογές αυτοκινήτων που έχει θέση σε σύνολο 65 χωρών στην έλλειψη αυτονομίας του σχολείου να

Μοντέλο
Άλφα
Βήτα
Γάμμα
Δέλτα
Έτος
2003
2000
2001
1999
Τιμή
4800
4450
4250
3990
Κοντέρ
105000
115000
128000
109000
Κυβικά εκ. (Χιλ.)
1,79
1,796
1,82
1,783

Ερώτηση. Ποιο αυτοκίνητο έχει το μικρότερο κυβισμό. Η σωστή απάντηση είναι φυσικά το η Δέλτα.
Την ερώτηση αυτή την έκαναν λάθος 63 στους 100 μαθητές ενώ ο μέσος όρος λάθους του ΟΟΣΑ είναι 45%. Η Ελλάδα συγκρίνετε με την Τουρκία (λάθος 67%), Σερβία (λάθος 65%), Κροατία (λάθος 57%).

Ο Ανδρέας Κούτρας είναι οικονομικός αναλυτής και μέλος του Ινστιτούτου Νέας Πολιτικής.Eργάζεται στο Λονδίνο ως αναλυτής του Ευρωπαϊκού χρέους στην ITC Markets.  Είναι επίσης επιστημονικός και γεωπολιτικός αναλυτής και μέλος της επενδυτικής επιτροπής της SteppenWolf Capital LLC.


Παρασκευή 6 Δεκεμβρίου 2013

Προβλήματα οργάνωσης και διοίκησης της τάξης και πειθαρχία

Για τα προβλήματα οργάνωσης και διοίκησης της τάξης και την πειθαρχία έχουν διατυπωθεί  κατά καιρούς αξιόλογες απόψεις.
 Ο David Fontana στο βιβλίο του «Ο εκπαιδευτικός στην τάξη» υποστηρίζει :

«Η οργάνωση, η τακτική και οι πρακτικές κάθε σχολείου επηρεάζουν σε σημαντικό βαθμό τη συμπεριφορά των παιδιών. Το ίδιο το σχολείο μπορεί να αποτελέσει τον παράγοντα κλειδί που θα καθορίσει αν ορισμένοι μαθητές γίνουν διασπαστικοί και μη συνεργάσιμοι ή όχι. Η φύση των σχολικών κανόνων, το σύστημα των κυρώσεων και των ποινών, το ηγετικό ύφος που υιοθετούν οι επικεφαλής, η στάση απέναντι στα μαθησιακά και κοινωνικά προβλήματα των παιδιών καθώς και η γενική φιλοσοφία και το ήθος του σχολείου δείχνουν να παίζουν όλα σημαντικό ρόλο στον επηρεασμό των αντιδράσεων των παιδιών. Το σχολείο που ευαισθητοποιείται στις ανάγκες των μαθητών ατομικά και λειτουργεί με έναν τρόπο στοργικό, εποικοδομητικό και θετικό, θα αντιμετωπίσει κατά κανόνα λιγότερα προβλήματα αντικοινωνικής συμπεριφοράς από εκείνο που υιοθετεί μια στάση τιμωρητική και λιγότερο επικεντρωμένη στο μαθητή.»

Ο Ρούντολφ Ντράϊκωρς, στην προσπάθειά του να ενθαρρύνει τους δασκάλους να υιοθετήσουν νέα στάση απέναντι στο εκπαιδευτικό πρόβλημα, ν’ αλλάξουν στόχους και να δείξουν περισσότερο ενδιαφέρον για την κατανόηση των μαθητών, παρά για τη δική τους εξουσία, επισημαίνει στο βιβλίο του «Διατηρώντας την ισορροπία στην τάξη» :
« Οι δάσκαλοι έχουν μια εξαιρετικά δύσκολη αποστολή. Όχι μόνο μπορούν να επηρεάσουν τους μαθητές στην ανάπτυξή τους, αλλά μέσω των μαθητών μπορούν ν’ αλλάξουν τη μορφή της κοινωνίας…. Το τέλος του πολέμου ανάμεσα σε δασκάλους και παιδιά μπορεί να έρθει μόνο όταν τα σχολεία γίνουν πραγματικά δημοκρατικά και διοικούνται από αντιπροσώπους όλων των τομέων του σχολικού πληθυσμού. Η διοίκηση, οι δάσκαλοι, οι σύμβουλοι και το προσωπικό πρέπει να συναντώνται με τους μαθητές και να συζητούν από κοινού τα διάφορα προβλήματα που τους απασχολούν. Δεν μπορούμε πια να διοικούμε τα σχολεία για λογαριασμό των παιδιών. Πρέπει και τα παιδιά να συμμετέχουν στη διαδικασία της εκπαίδευσης. Για να γίνει πραγματικότητα αυτό, χρειάζεται μια νέα σχέση ανάμεσα στους μεγάλους και στα παιδιά. Μια σχέση που ν’ αντανακλά την αμοιβαία εμπιστοσύνη και τον αμοιβαίο σεβασμό. Χωρίς τη σχέση αυτή ο πόλεμος θα συνεχιστεί επ’ άπειρον.»

Τελειώνοντας, είναι σκόπιμο να αναφέρουμε ότι «Αν ολόκληρο το εκπαιδευτικό σύστημα, σε συνεργασία με τους γονείς, εγκύψει με βαθιά τη συναίσθηση της ευθύνης που το περιβάλλει για το θέμα της πειθαρχίας των παιδιών και ενεργήσει περισσότερο προληπτικά παρά θεραπευτικά, σίγουρα θα ξημερώσουν καλύτερες μέρες για όλους: την κοινωνία, την οικογένεια, το σχολείο, το δάσκαλο και το ίδιο το παιδί.» (Φιλιώ Λουκαΐδου).


Πρακτικά Ημερίδας, « Συμπεριφορές και προκαταλήψεις απέναντι στους γραπτούς και στους άγραφους κανόνες του Σχολείου, της Οικογένειας και της Κοινωνίας», Έδεσσα, 2006